Η ΣΚΕΠΗ
Διασκευή του ποιήματος Ο θώρακας της Τζόις Μανσούρ
Αγγελική Κουντουράκη
Τώρα που βροχή πέφτει ο πόλεμος πάνω στις πολιτείες και τους δρόμους
οπλισμένη με το πρόσωπό μου και με έναν βαρύ λυγμό στο λαιμό σφηνωμένο
θα τον συναντήσω
Στο φτερό των μαχητικών μπρούμυτα θα στριμωχτώ και
θα τον προσμένω
Στα πεζοδρόμια το τσιμέντο τα βήματα μου θα καίει
και εγώ την τροχιά των πυραύλων θα ακολουθώ
Εγκλωβισμένη στα αλλοιωμένα του πλήθους πρόσωπα
Κολλημένη στα μπάζα
σαν μια τούφα μαλλιών σε γυμνό σώμα
Θα δω άραγε πού φτάνουν τα σύνορα της θλίψης;
Οι νεκροί άνθρωποι φλεγόμενοι από ήλιο και αίμα
με τη σιωπή θα σφίγγουν τη μέση μου
Πλαστικό δέρμα λευκοντυμένων μορφών θα με ψηλαφίζει
Το γλυκό νερό της ζωής στο στέρνο μου θα ψάχνουν
Φωτιά θα παίρνουν γύρω μου οι μελλοθάνατοι
σαν χάρτινα κάστρα εμπρός μου θα βουλιάζουν
θα βουλιάζει το οικοδόμημα, τα άστρα θα μου κλαίνε
Οι στρατιώτες στο φόβο θα βουλιάζουν
Τεράστιο κύμα ο φόβος
θα τους πνίξει
Αλάτι στις πληγές με τα δόντια θα ρίχνω σε έκσταση
Ανοχύρωτη υστερία
Τώρα που βροχή πέφτει ο πόλεμος πάνω στις πολιτείες και τους δρόμους
Οπλισμένη με το πρόσωπό μου και με έναν βαρύ λυγμό στο λαιμό σφηνωμένο
θα τον συναντήσω.