ΚΟΜΙΞ
Ένα ποίημα εμπνευσμένο από τα σταντ με τα κόμιξ στα περίπτερα και τα παλαιοβιβλιοπωλεία.
Δημήτρης Τζάνογλος
Την Παρασκευή που πήγαινα να πάρω το Μίκυ Μάους,
αμέσως μετά το σχολείο,
με τις τσόντες και τις αθλητικές εφημερίδες,
να με χαιρετάνε κρεμασμένες από τα μανταλάκια.
Ο περιπτεράς έβηχε νικοτίνη
κι εγώ μύριζα κιμωλία και φόβο.
Στην τσάντα μπλε αίμα απ’ το στυλό,
ψίχουλα από το τοστ που δεν έφαγα
και το εξώφυλλο των μαθηματικών τσακισμένο στη μέση.
Ο δρόμος φώναζε “μεγάλωσε, ρε!”
κι εγώ του έδειχνα τον Γκούφι που γελούσε,
την Νταίζη που δε με γούσταρε,
τον Μαύρο Πιτ που με προσκαλούσε για βέρια.
Τώρα μόνο ρολά κατεβασμένα.
Το περίπτερο έκλεισε.
Γκράφιτι με ήρωες νεκρούς στους τοίχους
και κάτι παιδιά που μετράνε ψιλά για ψωμί και ένα κόμικ.