Η ιστορία του θωρηκτού "Γ. Αβέρωφ" είναι συνυφασμένη με χρυσοκλωστές. Κι αυτό γιατί ήδη από το 1886 ο Γεώργιος Αβέρωφ —υστερότοκος γιος μιας πτωχής οικογένειας από το Μέτσοβο— ήταν εγκατεστημένος στην Αλεξάνδρεια όπου είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται στη δική του εμπορική επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών. Επρόκειτο για μια ευφυή επιχειρηματική κίνηση χάρη στην οποία κατόρθωσε να εξαγάγει στη Ρωσία τεράστιες για την εποχή εκείνη ποσότητες χουρμάδων. Υιοθετώντας λοιπόν την τότε —ανταλλακτικού χαρακτήρα— εμπορική συνήθεια, ζήτησε και εισήγαγε ικανή ποσότητα χρυσονημάτων (“μπρισίμ"). Έτυχε μάλιστα την εποχή εκείνη να παντρεύει τη θυγατέρα του ένας Αιγύπτιος πασάς και σύμφωνα με το έθιμο οι παριστάμενοι στο γάμο έπρεπε να φορούν χρυσοκέντητες στολές. Ένεκα τούτου τα εισαγόμενα “χρυσονήματα του Αβέρωφ” έγιναν ανάρπαστα και μάλιστα σε πολλαπλάσια τιμή, τόσο από τη Βασιλική Αυλή όσο και από τους αξιωματούχους της Χώρας, δημιουργώντας τη "μαγιά" για τα πρώτα σημαντικά κεφάλαια στην μετέπειτα αμύθητη περιουσία του εθνικού μας ευεργέτη. Ας σημειωθεί, εξάλλου, πως η μητρική ευχή "Με τα μπρισίμια του Αβέρωφ” συνόδευε για πολλές δεκαετίες τις θυγατέρες στη διαβατήρια ώρα του βίου τους υποδεικνύοντας αλληγορικά πλούτο και καλοτυχία στην έγγαμη ζωή τους.

Γιώτα Δ. Διέννη / Αυτοέκδοση / 2017
Ο Βόσπορος μού είπε χθες
Τι κι αν μας χωρίζει
το θαλάσσιο διαμάντι
ματιές, ψαριές,
το ίδιο λαμπερές
η χρυσόφτερνη αγάπη
έρχεται από μακριά
σ´ αντίκρισα σε μια στιγμή
με πολιορκεί η ντροπή
«Χαθήκαν οι Ελληνίδες;»
μα κουβαλάμε εντός μας
τις ίδιες μελωδίες
τα μάτια σου το πείσμα σου
μένουν απόκριση χωρίς
χάδι χρυσοκλωστής·
ένα ταξίμι αρκεί
για τις χαμένες ευκαιρίες.
Το παιχνίδι των πνιγμένων
Κοντεύει να ραΐσει
το λαμπόγυαλο
της μνήμης
σε αίθουσες υγρές
προσμένουν συμφορές
κοίτα πώς παν´
και χάνονται οι ναύτες
φορούν ψυχή ιδιόμελη
μοιράζουν μαύρα λέπια
και μαργαρίτες του αφρού
κανέναν δεν πετάξαμε
στην πύλη της θαλάσσης
μόνο τους απιθώσαμε
ανάμεσ’ άστρου και καπνού.
Φλοίσβος
Στο ντόκο
βήματα αργά
με ξαναφέρνουν
τη δέστρα
να ρωτήσω
το μαύρο της
μετάλλι
αν την πονά
σαν απ’ αυτή
λύνονται πάλι
των ταξιδιών
τα όνειρα·
τρέμουλο αφήνει
η σκούρα της
αγκάλη
μπαχάρια
ζαφείρια
εβένους
μπρισίμια.