Το οπτικό ποίημα «Πέμπτη Εποχή» έχει εκτυπωθεί σε διάφανο ριζόχαρτο (41x91 cm). Αποτελεί ένα τοπίο μνήμης και ονείρου, αντλώντας έμπνευση από ποιητικές φωνές όπως του Ελύτη και του Καρούζου, καθώς και από λαϊκή ποίηση. Ταυτόχρονα, έρχεται σε διάλογο με έργα των Μπουζιάνη, Τάσσου, Κεφαλληνού, Τσαρούχη και Νυφαδόπουλου, που λειτουργούν ως γέφυρες προς το πρόσφατο συλλογικό παρελθόν της χώρας — σημαδεμένο από τις οικονομικές, υγειονομικές, πολιτικές και κλιματικές κρίσεις που συνεχίζουμε να βιώνουμε. Ποιητές και εικαστικοί καλλιτέχνες στην Ελλάδα ήταν πάντα συντονισμένοι με το «Εδώ και Τώρα», καταγράφοντας με τα δικά τους εργαλεία τις εποχές, τις αλλαγές και τα γεγονότα, συμβάλλοντας στην επεξεργασία και την επούλωση του συλλογικού μας τραύματος. Τα QR παρέχουν τις εικαστικές, ποιητικές και κοινωνικές αναφορές του έργου.
Γιούλη Βολανάκη / ART SHOWROOM NYFADOPOULOS / 2025
Συνάντησα
σ’ ένα καφενείο φανταστικό,
της νιότης μου
[ ανάμεσα φθινοπωρινής κι εαρινής,
στην ισημερία μιας πέμπτης εποχής ]
τον Αλέκο και τη Μυρτώ
αγαπημένους φίλους, δυνατά μυαλά.
Θέμα συζήτησης
ατέρμονης και παθιασμένης,
η αστική δημοκρατία, η πάλη τάξεων και φύλων,
η πολύριζη κρίση, η ευαίσθητη επί γης ισορροπία
[ Εκείνος πλέον απών
Εκείνη χωρίς τον σύντροφο
που επί χρόνια έψαυαν μαζί
μιαν εκδοχή άμεσης δημοκρατίας,
με βάση τη μέθοδο του άρα απ’ τον Ελύτη:
…ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα
Στο πεδίο που σου έχει δοθεί.
Να διευρύνεις αυτό το πεδίο και δη
κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι.
Διαθέτοντας καινούργιες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. ]
Ξύπνησα στην Κρήτη με ραγισμένο πόδι.
στη Βουλή, η Δημοκρατία ξανά
με ραγισμένο το φτερό˙
[ άνθρωποι και θεσμοί ] έκτοτε
ζούμε τη διακύβευση όλων.
Κι εμμένουμε στην εγρήγορση
επειδή, κατάδηλο πως
απώλειες και ασυνέχειες
ορίζουν το νέο σώμα μας.
*
Ήμασταν σ’ ένα καφενείο για να ψηφίσουμε
[ ανάμεσα ποιητική και εικαστική,
στη στερεά χώρα του ονείρου, πάλι ].
Γέροντες στοχαστικοί και μαυροφορεμένες γερόντισσες
αποτελούσαν τη μακάβρια εφορευτική επιτροπή.
Αμίλητες, χθόνιες σαν του Μπουζιάνη, φιγούρες.
Μαντήλια-μάσκες εκάλυπταν το στόμα όλων.
Περιμέναμε τη σειρά μας και όταν φτάναμε στους καταλόγους
διαγράφαμε με μαύρο μελάνι στην τύχη ονόματα, και υπογράφαμε.
Στους φακέλους βάζαμε λευκό, όπου σημειώναμε μαντινάδες
για τον θάνατο, που καθένας είχε φτιάξει ή ήξερε.
Άνοιγαν επιτόπου κάθε επιστολή
και τραγουδούσαν τα μοιρολόγια πολυφωνικά,
τελετουργικά ακίνητοι κι ανέκφραστοι:
Αχ, καημένε Μάνο μας, Πέτρο, Αϊλάν και Άρτεμη
εφύγατέ μας αδερφοί, δάσκαλοι, φίλοι κι άγνωροι
Αχού, καημένοι μας Μυρτώ και Παντελή, Βασίλη
εχάσατε τα μάθια τους, το γέλιο και τα’ αχείλι
Σε σας προστρέχουμε σκιές, ανύπαρκτοι εδικοί μας
σε σας συνταξιδιώτες μας και άγνωστοι χαμένοι
Σε σένα παραδίνουμε, μεγάλη πράσινή μας
το σώμα τους και την ψυχή καθάρια και πλυμένη.
Κι άκουγα τις γυναίκες να κρατούν το ίσο λέγοντας
ονόματα ελληνικά, αφρικανικά, ασιατικά, κι άλλα κι άλλα,
ονόματα δέντρων και ζώων, ποταμών τε και λιμνών,
και τόσο η Αχερουσία γέμισε τα μάτια και την ψυχή μου
που χωρίς ανάσα βυθίστηκα μες σε πηχτό σκοτάδι.
*
Ήτανε, λέει, οι ίδιοι γέροντες
[ ανάμεσα σε θερινό και χειμερινό,
σε πέμπτης εποχής το ηλιοστάσιο ]
τώρα προστέθηκαν νέες και παλικάρια,
μοιάζανε σαν του χαράκτη Τάσσου.
Βγήκαν έξω στο ύπαιθρο.
Σκαρφάλωναν πλαγιές, κορφές.
Τόπους φαγωμένους από πυρκαγιές
και φονικές νεροποντές.
Κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει
αν ήταν πρόσφυγες ή μετανάστες, Αναχωρητές ή Ερχόμενοι,
αν ήταν τέκνα εμφυλίου, απόβλητοι ή σεισμόπληκτοι,
αν ανήκαν στο κάποτε, στο τώρα ή στο αύριο,
αν το φορτίο που κουβαλούσαν ήταν τρόφιμα ή όπλα,
φάρμακα, εμβόλια και όνειρα, ελπίδα ή απελπισία…
Πού και πού ξεκουράζονταν και κοίταζαν πίσω και πέρα,
κουφάρια σπιτιών , καμένες σοδειές , πλημμυρισμένους τόπους.
Δίναν νερό στα παιδιά και στους γέροντες,
τους σκούπιζαν το μέτωπο και προχωρούσαν.
Και τόσο περπάτησαν και τόσα σύνορα πέρασαν
με κουρελιασμένα μάτια,
με φλογισμένους κροτάφους απ’ την πτώση
και τόσο αισθάνονταν την κόλαση που είναι η αιτιότητα,
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα,
τα βήματα χωρίς προοπτική
που η αγωνία μου υψώνεται ως τα εδελβάις άνθη
και βυθίζομαι ξανά μες σε πηχτό σκοτάδι.
*
Έχοντας διανύσει τη δική του εκλειπτική
[ μιαν προσωπική τροχιά πάνω στη γη ]
κηδέψαμε τον θείο Σίδερη.
Γκασταρμπάιτερ χρόνια στη Γερμανία.
Μια άλλη ζωή, που ποτέ δεν μας τη διηγήθηκε.
Τέκνο της ανεστιότητας, όπως τα εγγόνια του αύριο˙
Τα παιδιά του σήμερα˙ όλοι μας πάντα.
Εγώ, όπως μου συμβαίνει στις κηδείες,
άκουγα ξανά και ξανά κάποιους στίχους
απρόσκλητους μες στο μυαλό μου:
Να γυρίζεις -αυτό είναι το θαύμα-
…να γυρίζεις στην καλή πλευρά σου.
Και ύστερα άκουγα τον Καρούζο ν’ απαντά στον εαυτό του:
μας μένει να συνεχιστεί αυτό το πράγμα,
χωρίς να θέλουμε, χωρίς να μη θέλουμε.
Και βυθιζόμουν ξανά και ξανά μες σε πηχτό σκοτάδι
[ ανάμεσα νάρκη χειμερία και
Βίαιη βιοπολιτική καταστολή ].
Ζώντας μη ζώντας, όπως άλλοι πολλοί.
Παρατηρώντας την εικονική πραγματικότητα
από τις παρυφές του κοινωνικού βίου.
Συναρμόζοντας γραφές
[ σαν με ραφές δοχείου ιαπωνικού ],
θραύσματα μνήμης και φάσματα κεκοιμημένων.
Χαράσσοντας χάρτινες λευκές ληκύθους
σαν του Κεφαλληνού, για τους νεκρούς μας.
Γεωργώντας μυστικά, βότανα του βίου μυριστικά.
Μετατρέποντας το ράγισμα σε πολυμήχανη οπλή.
Τρέποντας τον ζόφο σε ζωή.
*
[ Είμαστε ανάμεσα χειμερινής και θερινής
στην άυλη ώρα μιας πέμπτης εποχής ]
Νέοι και κόρες, σαν από τις Εποχές του Τσαρούχη,
με τα ανώτερα μαθηματικά του Σχολείου της θάλασσας
επαγγέλλονται ένα έαρ χελιδονιών με λόγια λησμονημένα:
Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι
αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν
η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.
Κατασκευάζοντας στον αέρα τον συλλογικό εαυτό, αιωρούμενο
[ πτήση ή πτώση, άραγε; ] μες στο υπαρξιακό και κλιματικό άγχος,
διεκδικούν ποιητικά το ανθρωπινό, εδώ και τώρα, σε φόντο αττικό.