ΟΔΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ
Χρήστος Κάρτας
Δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα σκοινί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι
[Μίλτος Σαχτούρης, Το Ταξίδι]
Όποτε σκέφτομαι ότι φεύγω
πάντοτε φεύγω από τη θάλασσα·
Ακόμα και τα πρώτα βράδια
του Μαρτίου
Όταν
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
Στους πόλους της
πλέουν – καθάριο φως –
δυο εκκλησίες
ισορροπώντας μέ,
ολοζώντανο ναυάγιο,
καταμεσής
του πελαγίσιου μου βαράθρου.
Με μάτια σπασμένους φεγγίτες
κρατώ καλά κρυμμένη
από τους τολμηρούς που αγγίξανε
το σώμα μου
την έξοδο του ήλιου απ’ την αφή μου.
Σου είχα γράψει επιστολές γι’ αυτό:
ήταν επόμενο να υποκλιθώ στην άνοιξη πριν την κατασπαράξω. Δεν ήθελα
να κατασπαράξω την άνοιξη, ήθελα απλά να σταματήσω την καρδιά μου.
Την τρύπησα με αγκάθια αχινών· την τύλιξα με πράσινα φύκια· την πλάκωσα
ισχαιμική με πολύχρωμα βότσαλα και λειασμένα από τη θάλασσα γυαλιά·
Δεν έλεγε να πάψει εντός της να ηχεί
το κιθαριστικό σόλο
που ‘χα λιώσει το μυαλό μου
να ξεχάσω.
Και να ‘μαι πάλι εδώ:
– μακριά από την ακτογραμμή –
διασχίζω ολομόναχος
τη Στρατηγού Μακρυγιάννη.
Αυτή η πόλη που αγαπώ
με καταβρέχει με το ίδιο μου το αίμα –
οι φανοστάτες της κλωστές
που ορίζουν τα καχεκτικά μου μέλη,
οι πεπαλαιωμένες της οικοδομές
στοιχεία σκηνογραφικά
αίρουν στη ρότα των χελιδονιών
τον θάνατο της διαφυγής μου.