Ο ΓΑΛΑΖΟΑΙΜΑΤΟΣ
Ένα Λίμερικ για τον λάθος έρωτα
Γιώργος Νούρης
Ζούσε ένας άρχοντας ξακουστός
για λάθος λόγους ήτανε γνωστός.
Τους υπηρέτες λάτρευε να διατάζει
και στα καθαρόαιμα άλογα να ουρλιάζει,
τούτος ο άντρας ο γαλαζοαίματος.
Είχε αγάπη για κάθε τι μαγειρευτό
του τρέχανε τα σάλια χάνοντας κάθε λογικό.
Ήταν ταλαντούχος ποιητής
και στα παιχνίδια νικητής,
μα στη συμπεριφορά τέρας πραγματικό.
Όπως όλοι στη ζωή πλανεύτηκε,
μια ευγενική γυναίκα ερωτεύτηκε.
Τόλμησε να νοικοκυρευτεί
κι ένα σχέδιο να μηχανευτεί.
Κάθισε λοιπόν και σκέφτηκε.
Τα πλούτη και η μόρφωση ήταν όπλο υποταγής
επομένως απαιτούσε μια κίνηση στρατηγικής.
Έπρεπε να φανεί αισθηματίας
και να συμμορφωθεί πάση θυσίας,
κι έτσι ξεκίνησε περιχαρής.
Είχε φεγγάρι εκείνη τη βραδιά
Και όλα γύρω του φαίνονταν ονειρικά.
Τον έρωτα κίνησε να βρει
Και να της εκμυστηρευτεί
τραγουδώντας σεξπηρικά.
Το μονοπάτι ακολούθησε προς την καλή του
δίχως να προσέξει τις απειλές για την ζωή του.
Πέντε άντρες τον άρπαξαν στα ξαφνικά,
τον χτύπησαν και τον έκλεισαν κάπου σκοτεινά,
περιμένοντας για την ποινή του.
Το επόμενο πρωί, τον έβγαλαν από το κελί.
Τον οδήγησαν στην πλατεία να δικαστεί.
Κόσμος πολύς φωνάζει
Και περίεργα τον κοιτάζει.
Η απόφαση έχει παρθεί, έπρεπε να θανατωθεί.
Το βλέμμα τότε σ’ εκείνη εστιάζει
καθώς ο δήμιος την γκιλοτίνα κατεβάζει.
Το κεφάλι κυλάει κοντά της
και το γαλάζιο αίμα λεκιάζει το φόρεμά της.
Αυτό το τέλος του ταιριάζει! Αυτό το τέλος του ταιριάζει!