Μ’ ΑΝΑΜΜΕΝΟ ΚΑΝΤΗΛΙ
Μνήματα στο Σαράγεβο
Άγγελος Αρόρα
Νυχτερίδες ακρίδες αράχνες πάνω στα μνήματα. Εκείνα που δεν πλένονται ποτέ, σβηστό καντήλι, εκείνα που δεν διαβάστηκαν ποτέ. Γενιές σπαρμένες των βουνών, των κάμπων σπαρμένα κόκαλα. Της Παναγιάς ανάβουν όλα, το κοιμητήριο παίρνει σωστές διαστάσεις. Φράχτης και βυθισμένο κόκκινο αίμα, αναστημένο αίμα, των προγόνων. Φράχτης· βυθισμένο κόκκινο αίμα σαν ήλιος δυτικός σε νερό καλοκαιρινό. Και πώς οι καντηλήθρες βουτούν σε κολυμπήθρες από λάδι, και καίγονται από τη σωστή μεριά, επιπλέει το τραύμα σε ποτήρι. Λάδι λειψό, αναμμένο καντήλι, σπασμένο μάρμαρο γεμάτο χόρτα. Και πώς να σωθεί το λάδι να σωθεί η οργή και– δεν λιγοστεύουν οι πληγές σε χέρια που αδικούνται κι αδικούν, δεν μεριάζει η μνήμη κακή για το ξεπάστρεμα και πώς όταν σώνεται το λάδι, το μίσος ζεσταίνει την καρδιά, σαν ζεστό μάρμαρο γύρω απ’ τον νεκρό και την νεκρή· νυχτερίδες ακρίδες αράχνες και για εκείνους πάνω στην πλαγιά και κλαιν στο σπίτι· δικό μας φτυάρι δεν θα φτυαρίσει την πλατούλα τους.