ΛΑΔΙ ΣΕ ΚΑΜΒΑ
Το ποίημα αναδεικνύει δύο κυρίαρχα σύμβολα: Τον ήλιο και το σώμα. Τον τρόπο που εισχωρούν το ένα στο άλλο, συγκρούονται το ένα με το άλλο. Εκτίθενται όσο ταυτόχρονα κρύβονται.
Δήμητρα Φούνταλη
Κίτρινο φως θαμπώνει τα μάτια.
Δεν ξέρω αν πρέπει να σηκωθώ ή να σκύψω.
Μια πύρινη μεμβράνη γύρω από το λαιμό,
πάνω στο στήθος,
ανάμεσα στα δάχτυλα.
Πατάω.
Τα πέλματα ακάλυπτα αναζητούν ένα μέρος που να βρέχει μόνο ο ίσκιος.
Ένα μέρος ροζ,
ποτέ κόκκινο.
Να πλέω στην χλιαρή αυτή απόχρωση.
Να μην με πειράζει
η γαλήνη,
να χαίρομαι
που δεν την σαπίζει καμία φωνή.
Ακούω.
Παύση διαρκείας κι εγώ ξαπλωμένη στην καμπούρα του αιώνιου δέντρου.
Του παιδικού κορμού που δεν κινείται,
δεν ζητά.
Χορτάρι στα πόδια και σύννεφα στα μαλλιά.
Μια μέρα ανάμειξης
φθινοπώρου και άνοιξης.
Σκάβω.
θαμμένη κάτω από στέρεο έδαφος,
μια φυγή
τόσο μακρινή
σαν να παρατηρώ από τηλεσκόπιο.
Τα χέρια σφίγγονται.
Την πιάνουν.
Για λίγο,
κρατιέται.
Για λίγο,
γλιστράει.
Δεν μοιάζει παρά με χώμα.
Εύπλαστο,
ευμετάβλητο,
ασταθές όσο εγώ.
Στέκω.
Ο ήλιος;
Ο ήλιος εκεί.
Χύνεται στην γη,
σαν λάδι λερώνει το μέτωπο.
Τώρα κυλάει στους ώμους.
Λίγο ακόμα και θα χρωματίσει με λεκέδες τη ράχη,
τη κοιλιά,
τα γόνατα.
Στρίβω,
πριν με δει.
Πριν ξεθωριάσει τα σημάδια.
Σημάδια και από κάτω τι;
Το κίτρινο φως επιπλέει στα χείλη,
μέσα στο χνώτο και το στόμα.
Δεν πρόβαλα,
κι εκείνο βιάστηκε:
Να σκαλώσει γύρω μου
να μην αποκαλύψει τίποτα.