ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΑ ΦΥΓΗΣ
Χρήστος Κάρτας
Ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις εκεί που νοσταλγείς το καλοκαίρι·
μόνο απ’ τα μάτια σου να στάζουνε κοιτάσματα φυγής,
όπως τα σκούρα χρώματα αθέλητα στρωμένα σε κάποια παιδική μου ζωγραφιά
Ποτέ δεν σ’ έχω δει να κλαις πίσω απ’ το παράθυρο ενός λεωφορείου
εκεί που ο δρόμος κούρδισε τον αποχωρισμό·
μόνο με χείλη μισοφέγγαρες πληγές έχω φιλήσει το τραγούδι
που σου άναβε την όραση,
τις ώρες που μια πόλη ναυαγούσε αθόρυβα στα ηλεκτρικά της φώτα
οι πόλεις όταν ναυαγούν δεν στέλνουν σήματα κινδύνου
η θάλασσα είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής
Τα χέρια σου δυο αχινοί στα θερινά μου πέλματα,
υπονομεύουν την απόσταση ως την οριστική μου διαφυγή απ’ το ατύχημα.
Τι θα θυμούνται τα αίματα από αυτή την διαδρομή;
Τι θα εμπιστευτεί στον άνεμο η στάχτη που θα την παρασύρει ως τη λήθη
της φωτιάς;
Εκεί που νοσταλγείς το καλοκαίρι σε κλείνει μια αγκαλιά
από ξερές πευκοβελόνες.
Η σήψη της αναζητά πάνω στο δέρμα σου λίγη απ’ τη νυχτερινή δροσιά·
μετά διστάζει και αποτραβιέται στη σιωπή, σαν μουσικός
που πέθανε σε νέα ηλικία.
Εκεί που αναχωρείς πίσω απ’ το παράθυρο ενός λεωφορείου,
σπατάλησα κάθε δικαίωμα στη θάλασσα
που είναι κόκκινη στην πλώρη της ανατολής
Θάβοντας κάτω απ’ τα μαλλιά σου την απολυταρχία των πληγών μου.