ΒΕΒΗΛΟ ΦΙΛΙ
Χρήστος Κάρτας
Πεθύμησα ένα λιόγερμα στη θάλασσα, αδύνατο για να μνημονευτεί
από φωτογραφίες.
Δυο στόματα μισάνοιχτα πεθύμησα, να ρέει αδημονία για ένα ακόμα
βέβηλο φιλί επάνω στις σορούς μιας οικογένειας μαλακίων.
Κανείς μας πλέον δεν ξαπλώνει ανάσκελα στη θάλασσα. Πάει καιρός
που κάνουμε το σώμα μας κουρέλι, έρποντας πλάι σε βασιλικές κόμπρες.
Ποτέ δεν δηλητηριάστηκε κανένας εξαιτίας μας.
Μέσα στα μάτια μας, αιμορραγούνε τα παράθυρα περαστικών
αεροπλάνων.
Τι ακατάσχετη ροή ηλίου κάθε δάκρυ μας!
Πες μου, πώς να γλιτώσω απ’ τα δόντια τόσων αδέσποτων νεφών;
Τα μαύρα σου μαλλιά
θρύψαλα σκοτεινών φινιστρινιών
που αν με σκεπάσουν
θα με σφάξουνε στο κρύο.
Πεθύμησα μια ξαστεριά στη θάλασσα, σε μήνα που το κρύο θα ‘ναι
ο πιο αβάσιμος εφιάλτης.
Θαλάσσια ζωόφυτα πεθύμησα, που θα διαπραγματεύονται με τη φιάλη
οξυγόνου βουτηχτή για την ανάδυσή του.
Κανείς μας πλέον δεν ξαπλώνει ανάσκελα στη θάλασσα. Πάει καιρός
που των κυμάτων οι υλακές αστράψανε παράσημο σε χέρια
αργόπλοης παραθέρισης.
Ποτέ του δεν ναυάγησε κανένας από αργόπλοη παραθέριση.
Μέσα στα μάτια μας, το φως τηρεί ενός λεπτού σιγή για κάθε νόστο
που ‘γινε κυματοθραύστης.
Τι απόκρημνο φως κάθε αγκαλιά μας!
Πες μου, στα έργα ποιανού ζωγράφου να κρυφτώ πριν καταρρεύσει
πάνω μας το σαρκοφάγο κολαστήριο της αγάπης;
Τα κόκκινα σου χείλη
θρύψαλα λαβωμένων χαραμάτων
που αν με μια ανάσα τα ζεστάνω
ο ουρανός θα γίνει κρεματόριο.