ARIEL AND PLATH
Δημιουργική ανασύνθεση του ποιήματος Ariel της Sylvia Plath μέσω τριπλής κυβιστικής οπτικής
Η ποιητική συλλογή Άριελ της Sylvia Plath συγκαταλέγεται στις επιδραστικότερες του εικοστού αιώνα. Το ομότιτλο ποίημα θεωρείται ότι περιγράφει μια βόλτα με το αγαπημένο της άλογο, Άριελ. Η πεποίθηση αυτή πηγάζει από την εικονοποιία και τη δραματουργία του ποιήματος και ενισχύεται από τις σημειώσεις του επιμελητή της έκδοσης και συζύγου της, Τεντ Χιούζ.
Η ποιήτρια χρονολόγησε η ίδια το ποίημά της την ημέρα των γενεθλίων της — 27 Οκτωβρίου. Του έδωσε επίσης τον τίτλο Άριελ, που λειτουργεί ως άμεση αναφορά στο παιχνιδιάρικο πνεύμα δημιουργίας του Σαίξπηρ, και ανοίγει με τον στίχο «Ακινησία στο σκοτάδι», που παραπέμπει στο κοσμογονικό Χάος και τη Γένεση.
Το ποίημα Ariel and Plath προτείνει μια εναλλακτική ανάγνωση: ότι το πρωτότυπο φέρει μια δεύτερη, αποσιωπημένη αφήγηση, την οποία η ποιήτρια επέλεξε να κρύψει — ίσως επειδή δεν θα γινόταν αποδεκτή στην εποχή της. Όποια εξήγηση κι αν της αποδώσουμε, επιβεβαιώνεται η άρτια ποιητική της Πλαθ, η οποία κατόρθωσε να κατακερματίσει τις δύο αφηγήσεις — της ιππασίας και του τοκετού — και στη συνέχεια να ανασυνθέσει τις ψηφίδες σε μια νέα, αισθητικά ενιαία εμπειρία: την Άριελ.
Επιχειρώ έναν ποιητικό διάλογο με την Ariel, προτείνοντας ταυτόχρονα την εναλλακτική ανάγνωση. Οι τρεις στήλες αποδίδουν τριπλή οπτική, όπως σε κυβιστικό πίνακα. Η αριστερή στήλη φέρει ψηφίδες από το πρωτότυπο, η δεξιά την αποσιωπημένη αφήγηση και η μεσαία τον κοινό τόπο των δύο.
Χριστιάνα Πετρίχου
Ariel and Plath
Το έκανες ξανά!
Τους έπεισες ότι θα πήγαινες βόλτα
με τον Άριελ στην εξοχή ενώ ήσουν κύημα
έτοιμο να γεννηθεί
Ακινησία στο σκοτάδι Στάση σώματος
Γόνατα λυγισμένα
Φτέρνες Αχνό φως αρχίζει ο τοκετός
Λαιμός σαν τόξο τράχηλος
Καφετής και άπιαστος της διόδου αδερφός
Με την άκρη του ματιού
–τρόπος που στο μέλλον
θα σου γίνει ιδιαιτέρως προσφιλής–
προλαβαίνεις βγαίνοντας
μία στιγμή να δεις τον πλακούντα σαν του θάμνου
Μαύρα μούρα
Σε αγκιστρώνει σαν συρτή ο λώρος Sylvia
μέσα στη μητέρα σου
που λέγεται Χρυσή
Σκιές Μάτια κλειστά από τη γέννα
Γλύκα στο στόμα από το αίμα
Κάτι σε αρπάζει στον αέρα σ’ ανεβάζει η μαία; ο γιατρός; Δε ξέρεις
Άψυχο περιορισμό νιώθεις μόνο, γάντια και πλαστικό
Σε πλένουν και
Στράφτει το νερό προβάλλεις θεϊκή
Μέσα απ’ τον αφρό
Κόρη χλωμή μεσαιωνική,
Γυμνή, με τα μαλλιά λυτά,
την έφιππη πομπή σου δεν κρυφοκοιτώ
μην τυφλωθώ και γώ
Τοίχοι σε κλείνουν
Το πρώτο κλάμα αντηχεί σαν Ποίηση· Όχι δεν μόνο δεν
Αφανίζεται δυναμώνει, εντείνεται και
θα τους αφανίσει
Πνεύμα ελεύθερο και δημιουργικό
όπως σε τραγούδησαν αιώνες πριν
Θεάς λέαινα είσαι
Δρόσος λεόντων μαλερῶν
Βέλος εκτινάσσεσαι στη θνητή ζωή
από την ημέρα της γέννησής σου
και στο έργο σου
η Άριελ ήσουν εσύ
Στο βάθος του ορίζοντα Νέα δίοδος
Ανατολή κόκκινη και στρογγυλή
Κοχλάζει φως ξαναβουτάς με το κεφάλι
Νέος τοκετός